Η κινηματογράφος γύρισε σελίδα εικαστικά και τεχνολογικά, και η επόμενη του μέρα είναι τρισδιάστατη και παντελώς απελευθερωμένη από τους όποιους δημιουργικούς και τεχνολογικούς περιορισμούς αντιμετώπιζε έως σήμερα. Υπεύθυνος για τη ριζική αυτή αλλαγή, είναι ο James Cameron, του οποίου το αστείρευτο ταλέντο και το άνευ περιορισμών όραμα, οδήγησαν στο -κλασσικό πλέον, για την ιστορία της έβδομης τέχνης- Avatar.
Ο μεγάλο σκηνοθέτης χρειάστηκε να περιμένει πάνω από 15 χρόνια για να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα. Μετά τον Τιτανικό, με τα περισότερα βραβεία Oscar στην ιστορία του κινηματογράφου (11, μαζί με το Ben Hur) και τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία της 7ης τέχνης, ο James Cameron εξαφανίστηκε επί μια δεκαετία από τα δρώμενα. Μοναδικές του δημιουργίες τα ντοκυμανταίρ Ghost of the Abyss και Aliens of the Deep που γυρίστηκαν σε 3D. Για να κατανοήσουμε βέβαια το αστείρευτο ταλέντο και το ασύλληπτο όραμα του James Cameron, θα πρέπει να αναφέρουμε μερικά σημαντικά βιογραφικά στοιχεία για τον μεγάλο σκηνοθέτη του Hollywood. Στα 14 του χρόνια παρακολούθησε συγκλονισμένος το 2001: Οδύσσεια του Διαστήματος, σπάζοντας το κεφάλι του, για να καταλάβει πως είχαν δημιουργηθεί τα απαράμιλλα ρεαλιστικά οπτικά εφέ της ταινίας. Τότε βέβαια δεν ήξερε ότι ο γκουρού Στάνλει Κιούμπρικ πάντοτε εκτός από σκηνοθέτης και σεναριογράφος των ταινιών του, ήταν και επικεφαλής της ομάδας οπτικών εφέ, τα οποία και τύπωνε με άκρως πρωτοποριακούς -για την εποχή- τρόπους απευθείας στο 70mm φίλμ. 26 χρόνια μετά, σε μια ιδιωτική προβολή του True Lies προς τον Στάνλει Κιούμπρικ, ο James Cameron ανταπέδωσε τη χάρη στον μεγάλο δάσκαλο, παρουσιάζοντας του μια ταινία με ασύλληπτα οπτικά εφέ, τα οποία αυτή τη φορά ο Κιούμπρικ έσπαγε το κεφάλι του για να καταλάβει πως είχαν δημιουργηθεί και έμοιαζαν τόσο αληθινά. Ως έφηβος ο James Cameron διάβαζε ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας μέρα παρά μέρα (ακόμα και κατά την ώρα των σχολικών του μαθημάτων). Στα 16 του χρόνια αποφάσισε δε, ότι επειδή δεν μπορεί να ταξιδέψει στο διάστημα (ο Καναδάς όπου γεννήθηκε δεν διέθετε κάποιο διαστημικό πρόγραμμα), θα εξερευνήσει το βυθό της θάλασσας. 35 χρόνια μετά γύρισε το Aliens of the Deep, φιλμάροντας πλάσματα που -λόγω των ακραίων συνθηκών θερμοκρασιας και έλλειψης φωτός- θεωρούνται από τους εξωβιολόγους αντίστοιχα με αυτά που θα συναντήσουμε σε εξωγήινους κόσμους. Από αυτήν του την εμπειρία κέρδισε τη θέση στο advisory council της NASA, όπως επίσης και την πρόσβαση σε απόρηττα έγγραφα της αμερικάνικου διαστημικού προγράμματος. Μάλιστα ο James Cameron παρολίγο να ταξιδέψει στο διάστημα στο διαστημικό σταθμό Σογιοόυζ, αλλά η αποστολή ακυρώθηκε λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου. Η αρχική ιδέα λοιπόν για το Avatar γεννήθηκε στο μυαλό του μεγάλου δημιουργού -δάσκαλου, φιλόσοφου και ποιητή όπως τον χαρακτήρισαν πρόσφατα ακόμα και οι πλέον δύστροποι κριτικοί κινηματογράφου- γύρω στο 1990. Ωστόσο οι αρχικοί υπολογισμοί του budget ανέφεραν ως κόστος τα 400 εκ. δολάρια, ενώ δεν υπήρχε βέβαια η απαραίτητη τεχνολογία γυρισμάτων 3D και οπτικών εφέ που είχε στο μυαλό του ο Cameron. Έτσι αποφάσισε να κάνει εν τω μεταξύ την μεγαλύτερη ταινία όλων των εποχών (!), ήτοι τον Τιτανικό, και να περιμένει υπομονετικά για την εποχή που θα υπάρχουν τα απαραίτητα εργαλεία και η διαθέσιμη υπολογιστή ισχύς για να γεννηθεί το Avatar. Μάλιστα αρχικά είχε σκοπό να «δοκιμάσει τα νερά» με μια ταινία 3D χαμηλότερου προουπολογισμού, ωστόσο ο «πατέρας» των οπτικών εφέ, Stan Winston τον έπεισε να προχωρήσει στο Avatar, αναφέροντας πολύ χαρακτηριστικά: « τώρα είναι η στιγμή να γυρίσεις το δικό σου Star Wars». Ο Cameron πάντοτε γοητευόταν δε από την κινηματογράφιση 3D, οπότε μετά το 20λεπτο Terminator 2 3D (για το theme park της Universal) τελειοποίησε με τον γκουρού της κινηματογράφισης Vince Pace, την κάμερα Fusion Camera System, που χρησιμοποίησε στα ντοκυμανταίρ Ghost of the Abyss και Aliens of the Deep και βέβαια στο Avatar. Όπως μάλιστα εξηγούμε εκτενώς στις επόμενες μας ενότητες, περί της τεχνολογίας πίσω από το Avatar, ο Cameron όχι μόνον εφηύρε την τεχνολογία ώστε να μπορεί να σκηνοθετεί τα γυρίσματα 3D σε real time -για πρώτη φορά στην ιστορία του κινηματογράφου-, αλλά και επανέφερε το σκηνοθέτη στη θέση του απόλυτου κυρίαρχου της ταινίας, εφευρίσκοντας και τον τρόπο ελέγχου σε πραγματικό χρόνο -και όχι κατόπιν εορτής στο post-production- των ψηφιακών εφέ της ταινίας. Αυτή είναι η πρώτη επανάσταση που το Avatar φέρνει στον κινηματογράφο, επιτρέποντας στο σκηνοθέτη να ελέγχει σε πραγματικό χρόνο τα γυρίσματα 3D και τη δημιουργία των οπτικών εφέ, επαναφέροντας τον έτσι στη θέση που του αρμόζει, ήτοι σε αυτήν του απόλυτου κυρίαρχου της ταινίας, όπως ήταν στη προ CGI εποχή. Μάλιστα μετά την επίσκεψη τους στα γυρίσματα του Avatar όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες του Hollywood (Steven Spielberg, Peter Jackson, George Lucas) έβαλαν στα σκαριά τις δικές τους ταινίες που ήδη γυρίζονται (υπό απόλυτη μυστικότητα) σε 3D με την ίδια τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε και στο Avatar. Η δεύτερη επανάσταση αφορά στο οικιακό 3D και στην προδιαγραφή Full HD 3D και Blu-ray 3D και στις συσκευές 3D (πηγές και προβολικά) που παρουσιάστηκαν στη CES 2010 προ μερικών ημερών. Ουσιαστικά το οικιακό 3D «γεννήθηκε» τη στιγμή που έχοντας επισκεφθεί τα γυρίσματα του Avatar, ο CEO της Panasonic αποφάσισε ότι πρέπει να δημιουργήσει την προδιαγραφή και την τεχνολογία, ώστε η προβολή 3D να μεταφερθεί από τον κινηματογράφο και στα οικιακά μας συστήματα. Έτσι η Panasonic δημιούργησε το σετ προδιαγραφών Full HD 3D και σε συνεργασία με το Blu-ray Disc Association, ανακοινώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου (την ημέρα της επίσημης πρεμιέρας του Avatar) η επίσημη προδιαγραφή Blu-ray 3D.
14 Ιαν 2010
ΦΡΕΣΚΑ ΓΚΑΖΙΑ
Κυριακή βράδυ, ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, μετά τα μεσάνυχτα, ξαπλωμένος κάνω βαριεστημένα ζάπινγκ στα κανάλια του Nova, μπας και βρω κάτι που να με ανεβάσει. Κάποια στιγμή σταματάω στο Mega, όπου βλέπω τη φάτσα του Bono σε live και σταματάω. Ακούω την εισαγωγή του Gimme Shelter – παράξενο, λέω μέσα μου, U2 να λένε Stones! Δεν περνάνε δέκα δευτερόλεπτα και μπαίνει στη σκηνή ο Mick Jagger. Αμάν! Σηκώνομαι, κλείνω πόρτα να μην ξυπνήσω τα παιδιά κι ανεβάζω τα γκάζια – όσο σήκωνε το σύστημα της κρεβατοκάμαρας.
Ήχος καμπάνα. Άψογη εγγραφή. Κι από εικόνα, λάμπα! Επαγγελματική εικονοληψία, καθαρότατη, με κάμερες να γυρίζουν πάνω στη σκηνή αλλά κι από μακριά. Δεν μπορεί, θα είναι πρόσφατη εγγραφή, σκέφτομαι, κι αμέσως παρατηρώ τον Mick. Όντως, είναι η τελευταία βερσιόν, των 67 ετών – αλλά μπροστά σ’ αυτό που έβγαζε στη σκηνή, τύφλα να ‘χουν οι εικοσάρηδες. Στα πίσω της σκηνής και ψηλά βλέπω να κουνιέται ένα άγριο θηλυκό, που έδινε άψογα τα φωνητικά της εισαγωγής (τα φοβερά της Mary Clayton στην πρώτη εκτέλεση του Gimme Shelter). Για λίγο το παίζει κάπως γκο-γκο γκερλ και πού και πού τη χαϊδεύει η κάμερα, αλλά κάπου εκεί στον τρίτο στίχο την κατεβάζουν στο κεντρικό επίπεδο και γίνεται Η ΚΟΛΑΣΗ. Απίστευτη δύναμη φωνής και καθηλωτική σκηνική παρουσία. Power. Ακόμη δεν ξέρω ποια είναι – κάτι μου θυμίζει, αλλά ποιος νοιάζεται, τώρα απολαμβάνουμε. Παίρνει αμπάριζα ο Mick και ανεβαίνουν κι οι δυο σε τέτοιο επίπεδο που αμφιβάλλω αν έχω ξαναδεί γραμμένα τέτοια γκάζια σε βίντεο. Τελειώνει το τραγούδι (με δυσκολία τέλειωσαν, μου φάνηκε ότι είχαν κολλήσει και δεν ήθελαν να τελειώσει, μέχρι που πήγε η… φωνάρα το μικρόφωνο στο Bono για να βάλει αυτός τελεία!) και μετά το πρώτο χειροκρότημα παίρνει το μικρόφωνο ο Bono και λέει «What was that?» Όπως το ‘πες, μεγάλε, τι ήταν αυτό που μας βρήκε νυχτιάτικα; Πάω στον υπολογιστή και γκουγκλάρω U2, Mick Jagger, οπότε ανακαλύπτω ότι είναι η συναυλία που έγινε 30 Οκτωβρίου του 2009 στο Rock and Roll Hall of Fame και βεβαίως το θηλυκό είναι Fergie, των Black Eyed Peas. Αγνώριστη. Πού να την γνωρίσεις από τα χαζοπόπ κλιπάκια στο αγρίμι του ροκ; Και βεβαίως ο Mick είναι όντως φέτος, δηλαδή στα 67 του! Την ώρα που τα βρίσκω αυτά, μου ‘ρχεται μια τρελή ιδέα. Λες; Πάω στο You Tube και δίνω U2, Mick Jagger και Fergie. Τότε είναι που βλέπω το κλιπάκι αναρτημένο, και μάλιστα σε Hi-Def (720p). Ναι, Gimme Shelter, Rock’n’Roll Hall of Fame, 30-10-09. Η ώρα έχει πάει μία, αλλά πού ύπνος. Ανοίγω το You Tube Downloader, κατεβάζω το κλιπάκι και περνάω στον σέρβερ. Μετά, βεβαίως, πάω και ανοίγω το μεγάλο σύστημα – με τον ήχο στο ελάχιστο, γιατί εκεί τα γκάζια δεν αστειεύονται. Η εικόνα, όμως, δεν παίζεται. Πραγματικά Hi-Def, με νέες κάμερες, ανάγλυφη, με ένα γράψιμο που δεν έχω ξαναδεί σε live, όπου γίνεται το έλα να δεις με τους φωτισμούς. (www.youtube.com/watch?v=eASIP7NomXQ). Το μαγικό στο όλο σκηνικό είναι ότι μέσα σε λίγα λεπτά είχα στο σύστημά μου ένα καταπληκτικό έργο για το οποίο παλιότερα θα περίμενα ένα δυο χρόνια για να βγει σε DVD. Και το είχα και τσάμπα! Και σε ποιότητα Blu-ray. Μπορεί κάποιοι να το θεωρήσουν υπερβολικά εύκολο, και άρα λιγότερο συναρπαστικό, εγώ σας λέω όμως ότι εκείνο το βράδυ απογειώθηκα. Και δούλευα το πρωί. Την άλλη μέρα το βάζω στα αγοράκια μου (πέντε και οκτώ ετών), τα οποία πριν τελειώσει το τραγούδι έχουν τρέξει να μου φέρουν το PSP τους για να του το φορτώσω. Λίγες μέρες μετά, το βάζω ένα βράδυ στην παρέα και όλοι μένουν. Θρύλος. Πέρα από τη χαρά, ωστόσο, το ερώτημα παραμένει. Μπορεί η δισκογραφία να συνεχίσει να δουλεύει σήμερα όπως δούλευε τη δεκαετία του ’60; Προφανέστατα όχι. Πώς θα δουλέψει; Γρίφος για δυνατούς λύτες. Δεν έχει μείνει τίποτε που να μην μπορούμε να κατεβάσουμε, άμεσα, σε κορυφαία ποιότητα και τσάμπα. Και σας διαβεβαιώνω, εκείνο το βράδυ, αν το You Tube μου ζητούσε ένα δολάριο, θα του το ‘δινα ευχαρίστως (ειδικά γι’ αυτό το κλιπ κι εκείνο το βράδυ θα έδινα και δέκα!). Κι αν μου ‘παιζε διαφημίσεις, κι αυτές ευχαρίστως θα τις έβλεπα. Δεν διαμαρτύρομαι που τα είχα όλα τσάμπα. Απλά, προβληματίζομαι πώς θα βγαίνει η νέα μουσική αύριο – αλλά μέχρι τότε, καλά περνάμε…
Ήχος καμπάνα. Άψογη εγγραφή. Κι από εικόνα, λάμπα! Επαγγελματική εικονοληψία, καθαρότατη, με κάμερες να γυρίζουν πάνω στη σκηνή αλλά κι από μακριά. Δεν μπορεί, θα είναι πρόσφατη εγγραφή, σκέφτομαι, κι αμέσως παρατηρώ τον Mick. Όντως, είναι η τελευταία βερσιόν, των 67 ετών – αλλά μπροστά σ’ αυτό που έβγαζε στη σκηνή, τύφλα να ‘χουν οι εικοσάρηδες. Στα πίσω της σκηνής και ψηλά βλέπω να κουνιέται ένα άγριο θηλυκό, που έδινε άψογα τα φωνητικά της εισαγωγής (τα φοβερά της Mary Clayton στην πρώτη εκτέλεση του Gimme Shelter). Για λίγο το παίζει κάπως γκο-γκο γκερλ και πού και πού τη χαϊδεύει η κάμερα, αλλά κάπου εκεί στον τρίτο στίχο την κατεβάζουν στο κεντρικό επίπεδο και γίνεται Η ΚΟΛΑΣΗ. Απίστευτη δύναμη φωνής και καθηλωτική σκηνική παρουσία. Power. Ακόμη δεν ξέρω ποια είναι – κάτι μου θυμίζει, αλλά ποιος νοιάζεται, τώρα απολαμβάνουμε. Παίρνει αμπάριζα ο Mick και ανεβαίνουν κι οι δυο σε τέτοιο επίπεδο που αμφιβάλλω αν έχω ξαναδεί γραμμένα τέτοια γκάζια σε βίντεο. Τελειώνει το τραγούδι (με δυσκολία τέλειωσαν, μου φάνηκε ότι είχαν κολλήσει και δεν ήθελαν να τελειώσει, μέχρι που πήγε η… φωνάρα το μικρόφωνο στο Bono για να βάλει αυτός τελεία!) και μετά το πρώτο χειροκρότημα παίρνει το μικρόφωνο ο Bono και λέει «What was that?» Όπως το ‘πες, μεγάλε, τι ήταν αυτό που μας βρήκε νυχτιάτικα; Πάω στον υπολογιστή και γκουγκλάρω U2, Mick Jagger, οπότε ανακαλύπτω ότι είναι η συναυλία που έγινε 30 Οκτωβρίου του 2009 στο Rock and Roll Hall of Fame και βεβαίως το θηλυκό είναι Fergie, των Black Eyed Peas. Αγνώριστη. Πού να την γνωρίσεις από τα χαζοπόπ κλιπάκια στο αγρίμι του ροκ; Και βεβαίως ο Mick είναι όντως φέτος, δηλαδή στα 67 του! Την ώρα που τα βρίσκω αυτά, μου ‘ρχεται μια τρελή ιδέα. Λες; Πάω στο You Tube και δίνω U2, Mick Jagger και Fergie. Τότε είναι που βλέπω το κλιπάκι αναρτημένο, και μάλιστα σε Hi-Def (720p). Ναι, Gimme Shelter, Rock’n’Roll Hall of Fame, 30-10-09. Η ώρα έχει πάει μία, αλλά πού ύπνος. Ανοίγω το You Tube Downloader, κατεβάζω το κλιπάκι και περνάω στον σέρβερ. Μετά, βεβαίως, πάω και ανοίγω το μεγάλο σύστημα – με τον ήχο στο ελάχιστο, γιατί εκεί τα γκάζια δεν αστειεύονται. Η εικόνα, όμως, δεν παίζεται. Πραγματικά Hi-Def, με νέες κάμερες, ανάγλυφη, με ένα γράψιμο που δεν έχω ξαναδεί σε live, όπου γίνεται το έλα να δεις με τους φωτισμούς. (www.youtube.com/watch?v=eASIP7NomXQ). Το μαγικό στο όλο σκηνικό είναι ότι μέσα σε λίγα λεπτά είχα στο σύστημά μου ένα καταπληκτικό έργο για το οποίο παλιότερα θα περίμενα ένα δυο χρόνια για να βγει σε DVD. Και το είχα και τσάμπα! Και σε ποιότητα Blu-ray. Μπορεί κάποιοι να το θεωρήσουν υπερβολικά εύκολο, και άρα λιγότερο συναρπαστικό, εγώ σας λέω όμως ότι εκείνο το βράδυ απογειώθηκα. Και δούλευα το πρωί. Την άλλη μέρα το βάζω στα αγοράκια μου (πέντε και οκτώ ετών), τα οποία πριν τελειώσει το τραγούδι έχουν τρέξει να μου φέρουν το PSP τους για να του το φορτώσω. Λίγες μέρες μετά, το βάζω ένα βράδυ στην παρέα και όλοι μένουν. Θρύλος. Πέρα από τη χαρά, ωστόσο, το ερώτημα παραμένει. Μπορεί η δισκογραφία να συνεχίσει να δουλεύει σήμερα όπως δούλευε τη δεκαετία του ’60; Προφανέστατα όχι. Πώς θα δουλέψει; Γρίφος για δυνατούς λύτες. Δεν έχει μείνει τίποτε που να μην μπορούμε να κατεβάσουμε, άμεσα, σε κορυφαία ποιότητα και τσάμπα. Και σας διαβεβαιώνω, εκείνο το βράδυ, αν το You Tube μου ζητούσε ένα δολάριο, θα του το ‘δινα ευχαρίστως (ειδικά γι’ αυτό το κλιπ κι εκείνο το βράδυ θα έδινα και δέκα!). Κι αν μου ‘παιζε διαφημίσεις, κι αυτές ευχαρίστως θα τις έβλεπα. Δεν διαμαρτύρομαι που τα είχα όλα τσάμπα. Απλά, προβληματίζομαι πώς θα βγαίνει η νέα μουσική αύριο – αλλά μέχρι τότε, καλά περνάμε…
CES 2010: Η χρονιά του 3D
Η φετινή CES κατάφερε να τραβήξει την προσοχή του παγκόσμιου κοινού των καταναλωτικών ηλεκτρονικών για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος είναι η επίσημη παρουσίαση των πρώτων συσκευών 3D από τους συνήθεις υπόπτους (Sony, Panasonic, Samsung, LG και Toshiba). Τέρμα λοιπόν στις φήμες και την παραφιλολογία σχετικά με τα προϊόντα και τα στάνταρτ που θα ακολουθηθούν – είχε άλλωστε προηγηθεί στα μέσα του Δεκέμβρη που μας πέρασε η ανακοίνωση του στάνταρτ 3D για το Blu-ray. Παρ’ ότι είδαμε συσκευές που ακόμα δεν έχουν γίνει γνωστές οι πλήρεις προδιαγραφές τους και εύλογα έχουμε αρκετές απορίες. Άλλες χρησιμοποιούν ως δίαυλο το HDMI 1.3 (π.χ., ο προβολέας CF3D της LG) και άλλες το HDMI 1.4 (π.χ., οι υλοποιήσεις της Sony). Τι διαφορά θα έχουν στην απόδοση; Θα χρησιμοποιηθούν στην πράξη τα πολλαπλά στάνταρτ 3D που προβλέπονται στις προδιαγραφές; Ίδωμεν. Κατά τα άλλα παρουσιαστήκαν νέα μοντέλα Blu-ray Player και τηλεοράσεις με περισσότερες και ουσιαστικότερες δυνατότητες δικτύωσης και αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά – δηλαδή business as usual. Τα πιο εντυπωσιακά νέα έρχονται στον τομέα των gadget, καθώς παρουσιάστηκαν ένα σωρό e-book με πλήθος δυνατοτήτων και τιμών, οπότε η χρονιά που έρχεται σίγουρα θα είναι καθοριστική για την πορεία τους στην αγορά. Επιπλέον, εμφανίστηκαν τα πρώτα tablet PC, που αναμένεται να μπουν σφήνα ανάμεσα στα κινητά, τα e-book reader και τα netbook, τα οποία έχουν αρκετό δρόμο μέχρι να αποδείξουν την αξία τους στην αγορά. Με άλλα λόγια, η φετινή CES είχε εντυπωσιακές ανακοινώσεις και μεγάλο όγκο επισκεπτών, οπότε η «κρίση» μάλλον δεν άγγιξε τα Consumer Electronics, τουλάχιστον όχι ακόμα.
27 Νοε 2009
Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ ΚΙ Ο ΑΣΧΗΜΟΣ
Πολλές φορές με έχουν καλέσει φίλοι να τους συμβουλέψω για τις εγκαταστάσεις που θα κάνουν σε σπίτια που ξεκινούν να χτίσουν. Οι περισσότεροι έχουν βρει τον άνθρωπο ή την εταιρεία που θα τους κάνει την εγκατάσταση και επιζητούν έναν έλεγχο, μια ακόμη γνώμη ή μια επιβεβαίωση ότι τα κάνουν όλα καλά. Με τα χρόνια έχω καταλήξει ότι οι σύμβουλοι αυτών των εγκαταστάσεων κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες, στους καλούς, στους κακούς και στους άσχημους…
Πριν πιάσουμε την ταξινόμηση, όμως, ας δούμε ποια είναι η αποστολή των συμβούλων θεωρητικά. Πολύ απλά, λοιπόν, το ζητούμενο είναι να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν μια εγκατάσταση που θα ικανοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τις ανάγκες του πελάτη τους, τωρινές και μελλοντικές, με την καλύτερη σχέση κόστους απόδοσης που επιτρέπει η σημερινή κατάσταση της τεχνολογίας και των αγορών. Όσο κι αν ο ορισμός φαίνεται απλός και προφανής, οι παρανοήσεις και οι παγίδες είναι πολλές και ύπουλες, όπως και οι καταχρηστικές ερμηνείες.
Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι να ορίσουμε τις ανάγκες του πελάτη. Εδώ, ο κακός κι ο άσχημος θα κάνουν το προφανές – θα ρωτήσουν τον πελάτη τι σύστημα θέλει. Ο καλός θα ρωτήσει τον πελάτη μερικά πράγματα για τις προτιμήσεις του, την οικογενειακή του κατάσταση, τον τρόπο ζωής του, τις σκέψεις του για το μέλλον, θα μιλήσει και με άλλα μέλη της οικογένειας – το μόνο όμως που δεν θα ρωτήσει είναι να του πει ο πελάτης τι είδους εγκατάσταση θέλει. Κι αυτό όσο κι αν ο πελάτης νομίζει ότι ξέρει, είτε επειδή είναι χομπίστας είτε επειδή είναι μεγάλος και τρανός και υποτίθεται ότι οι επιθυμίες του είναι διαταγές. Κι αυτό γιατί ο πελάτης, πολύ απλά, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να ξέρει όλα αυτά που προσφέρονται σήμερα, ούτε μπορεί να ξέρει τις σχέσεις κόστους απόδοσης, ούτε βεβαίως τις γραμμές εξέλιξης των λύσεων στο μέλλον. Άρα, το να ρωτάμε έναν πελάτη ποια είναι η ιδανική λύση γι’ αυτόν είναι σαν να ρωτάμε έναν άνθρωπο με αχρωματοψία ποιο είναι το αγαπημένο του χρώμα.
Ο κακός το ξέρει αυτό. Αλλά γιατί να μπλέκει; Τι θέλει ο πελάτης; Αυτό θα του δώσω. Κι αν μου πει μα και μου μετά, θα του πω: «Κύριε, δεν έκανα αυτό που μου ζήτησες; Τι μου ζητάς τα ρέστα τώρα;» Ο άσχημος θα κάνει τα ίδια, θα πει τα ίδια, με μια διαφορά – θα καταλαβαίνει ότι αυτά που βάζει στον πελάτη δεν θα κάνουν τη δουλειά του, αλλά θα του τα βάλει με σκοπό να τον βάλει μετά στο «ράβε-ξήλωνε» για τον αρμέγει κανονικά για πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Εδώ, μια προσωπική στατιστική: Οι περισσότερες μεγάλες οικιακές εγκαταστάσεις που έχουν γίνει με συμβούλους δεν τελειώνουν με την πρώτη προσπάθεια. Συνήθως, θέλουν μία με δύο μεγάλες αναθεωρήσεις (εννοούμε με γκρεμίσματα και ξανατρυπήματα τοίχων και πατωμάτων) για να ηρεμήσουν. Κι οι δύσμοιροι πελάτες κάποια στιγμή βαριούνται να κυνηγάνε τους συμβούλους και εγκαταλείπουν τον αγώνα, αποδεχόμενοι τον Α ή Β βαθμό ατελειών. Απ’ ό,τι θυμάμαι, σε ελάχιστες εγκαταστάσεις έχω πάει που να μη δείχνουν κάτι λέγοντας «α, ναι, είναι και αυτό που δεν δούλεψε ποτέ!».
Όχι ότι η δουλειά του «καλού» είναι πάντα εύκολη. Πολλές φορές πρέπει να είναι έτοιμος να συγκρουστεί με τις ιδεοληψίες του πελάτη του – και ίσως να χάσει και τη δουλειά. Πράγμα που οδηγεί πολλούς που ξεκινούν «καλοί», να καταλήγουν «κακοί» ή «άσχημοι». Σας μεταφέρω την εμπειρία ενός φίλου που με φώναξε να δω τα συστήματα που θα έβαζε στο καινούργιο παλατάκι που έχτιζε. Μου τα δείχνουν οι σύμβουλοι και βλέπω ένα σύστημα που είχε μέχρι και οπτικές ίνες στους τοίχους για δίκτυο data, ωστόσο δεν υπήρχε δίκτυο διανομής εικόνας. Ρωτώ πού είναι η εικόνα και μένω κάγκελο όταν ακούω ότι ο πελάτης θέλει μόνο ήχο και όχι εικόνα. Γυρίζω στο φίλο και μου το επιβεβαιώνει. «Μόνος σου θα μείνεις στο σπίτι;» τον ρωτάω. Βεβαίως όχι, και τα παιδιά και τα εγγόνια. «Άρα όλοι έχετε συμφωνήσει, και εσύ και τα εγγόνια σου, ότι δεν γουστάρετε εικόνα στη ζωή σας, κι όταν μεγαλώσουν τα παιδιά κι αυτά δεν θα θέλουν την εικόνα». Με κοιτάει. «Καλά λες, να βάλουμε και την εικόνα». Γυρνάω στους συμβούλους. Γιατί δεν του εξήγησαν; Μα, βεβαίως, γιατί αυτό ήθελε ο πελάτης. Μόνο που εδώ δεν ήταν ούτε κακοί ούτε άσχημοι. Απλά, είχαν ψαρώσει και δεν τολμούσαν να του μιλήσουν…
Μετά ταύτα, αγαπητοί αναγνώστες, φροντίστε να επιλέξετε τους καλούς – αλλά περισσότερο απ’ όλα μην τους λέτε εσείς τι θέλετε, περιγράψτε τους τη ζωή σας και τα όνειρά σας.
Πριν πιάσουμε την ταξινόμηση, όμως, ας δούμε ποια είναι η αποστολή των συμβούλων θεωρητικά. Πολύ απλά, λοιπόν, το ζητούμενο είναι να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν μια εγκατάσταση που θα ικανοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τις ανάγκες του πελάτη τους, τωρινές και μελλοντικές, με την καλύτερη σχέση κόστους απόδοσης που επιτρέπει η σημερινή κατάσταση της τεχνολογίας και των αγορών. Όσο κι αν ο ορισμός φαίνεται απλός και προφανής, οι παρανοήσεις και οι παγίδες είναι πολλές και ύπουλες, όπως και οι καταχρηστικές ερμηνείες.
Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι να ορίσουμε τις ανάγκες του πελάτη. Εδώ, ο κακός κι ο άσχημος θα κάνουν το προφανές – θα ρωτήσουν τον πελάτη τι σύστημα θέλει. Ο καλός θα ρωτήσει τον πελάτη μερικά πράγματα για τις προτιμήσεις του, την οικογενειακή του κατάσταση, τον τρόπο ζωής του, τις σκέψεις του για το μέλλον, θα μιλήσει και με άλλα μέλη της οικογένειας – το μόνο όμως που δεν θα ρωτήσει είναι να του πει ο πελάτης τι είδους εγκατάσταση θέλει. Κι αυτό όσο κι αν ο πελάτης νομίζει ότι ξέρει, είτε επειδή είναι χομπίστας είτε επειδή είναι μεγάλος και τρανός και υποτίθεται ότι οι επιθυμίες του είναι διαταγές. Κι αυτό γιατί ο πελάτης, πολύ απλά, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να ξέρει όλα αυτά που προσφέρονται σήμερα, ούτε μπορεί να ξέρει τις σχέσεις κόστους απόδοσης, ούτε βεβαίως τις γραμμές εξέλιξης των λύσεων στο μέλλον. Άρα, το να ρωτάμε έναν πελάτη ποια είναι η ιδανική λύση γι’ αυτόν είναι σαν να ρωτάμε έναν άνθρωπο με αχρωματοψία ποιο είναι το αγαπημένο του χρώμα.
Ο κακός το ξέρει αυτό. Αλλά γιατί να μπλέκει; Τι θέλει ο πελάτης; Αυτό θα του δώσω. Κι αν μου πει μα και μου μετά, θα του πω: «Κύριε, δεν έκανα αυτό που μου ζήτησες; Τι μου ζητάς τα ρέστα τώρα;» Ο άσχημος θα κάνει τα ίδια, θα πει τα ίδια, με μια διαφορά – θα καταλαβαίνει ότι αυτά που βάζει στον πελάτη δεν θα κάνουν τη δουλειά του, αλλά θα του τα βάλει με σκοπό να τον βάλει μετά στο «ράβε-ξήλωνε» για τον αρμέγει κανονικά για πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Εδώ, μια προσωπική στατιστική: Οι περισσότερες μεγάλες οικιακές εγκαταστάσεις που έχουν γίνει με συμβούλους δεν τελειώνουν με την πρώτη προσπάθεια. Συνήθως, θέλουν μία με δύο μεγάλες αναθεωρήσεις (εννοούμε με γκρεμίσματα και ξανατρυπήματα τοίχων και πατωμάτων) για να ηρεμήσουν. Κι οι δύσμοιροι πελάτες κάποια στιγμή βαριούνται να κυνηγάνε τους συμβούλους και εγκαταλείπουν τον αγώνα, αποδεχόμενοι τον Α ή Β βαθμό ατελειών. Απ’ ό,τι θυμάμαι, σε ελάχιστες εγκαταστάσεις έχω πάει που να μη δείχνουν κάτι λέγοντας «α, ναι, είναι και αυτό που δεν δούλεψε ποτέ!».
Όχι ότι η δουλειά του «καλού» είναι πάντα εύκολη. Πολλές φορές πρέπει να είναι έτοιμος να συγκρουστεί με τις ιδεοληψίες του πελάτη του – και ίσως να χάσει και τη δουλειά. Πράγμα που οδηγεί πολλούς που ξεκινούν «καλοί», να καταλήγουν «κακοί» ή «άσχημοι». Σας μεταφέρω την εμπειρία ενός φίλου που με φώναξε να δω τα συστήματα που θα έβαζε στο καινούργιο παλατάκι που έχτιζε. Μου τα δείχνουν οι σύμβουλοι και βλέπω ένα σύστημα που είχε μέχρι και οπτικές ίνες στους τοίχους για δίκτυο data, ωστόσο δεν υπήρχε δίκτυο διανομής εικόνας. Ρωτώ πού είναι η εικόνα και μένω κάγκελο όταν ακούω ότι ο πελάτης θέλει μόνο ήχο και όχι εικόνα. Γυρίζω στο φίλο και μου το επιβεβαιώνει. «Μόνος σου θα μείνεις στο σπίτι;» τον ρωτάω. Βεβαίως όχι, και τα παιδιά και τα εγγόνια. «Άρα όλοι έχετε συμφωνήσει, και εσύ και τα εγγόνια σου, ότι δεν γουστάρετε εικόνα στη ζωή σας, κι όταν μεγαλώσουν τα παιδιά κι αυτά δεν θα θέλουν την εικόνα». Με κοιτάει. «Καλά λες, να βάλουμε και την εικόνα». Γυρνάω στους συμβούλους. Γιατί δεν του εξήγησαν; Μα, βεβαίως, γιατί αυτό ήθελε ο πελάτης. Μόνο που εδώ δεν ήταν ούτε κακοί ούτε άσχημοι. Απλά, είχαν ψαρώσει και δεν τολμούσαν να του μιλήσουν…
Μετά ταύτα, αγαπητοί αναγνώστες, φροντίστε να επιλέξετε τους καλούς – αλλά περισσότερο απ’ όλα μην τους λέτε εσείς τι θέλετε, περιγράψτε τους τη ζωή σας και τα όνειρά σας.
Η μάχη για το 3D
Τελικά ο δρόμος προς το οικιακό 3D φαίνεται να είναι μακρύς και γεμάτος δυσκολίες, όπως λέει και ο ποιητής, εν ολίγοις θα γίνει μεγάλη μάχη στην αγορά συσκευών Audio-Video αλλά και στο Hollywood. Βέβαια, αυτό δεν το υποθέτουμε απλά, αλλά το αναφέρουμε επίσημα, καθώς πληροφορηθήκαμε για το τι μας περιμένει διά στόματος Tim Page της Sony Europe. Ουσιαστικά, δεν αντέξαμε την αγωνία, τις απορίες και τις ερωτήσεις των αναγνωστών μας, οπότε σπεύσαμε να στείλουμε ένα πληρέστατο ερωτηματολόγιο στις μεγάλες εταιρείες του χώρου που καταπιάνονται με το σπορ του 3D, ήτοι Sony, Philips, Panasonic. Περιμέναμε εναγωνίως τις απαντήσεις όλων, ειδικά δε της Panasonic, που, ως η μαμά της τεχνολογίας, έχει τον τελευταίο λόγο, ωστόσο απάντηση έστειλε (ή πρόφτασε να στείλει έως την ώρα που γράφονται αυτές οι αράδες) μόνο ο Tim Page της Sony.
Έχουμε και λέμε λοιπόν: Η Sony (ενδεχομένως και όλες οι εταιρείες του χώρου) θα υιοθετήσει το σύστημα με ενεργά πολωτικά γυαλιά (active shutter glasses), καθώς αυτό επιτρέπει τον καλύτερο συγχρονισμό πηγής –προβολικού– ματιών, και ως εκ τούτου «διατηρεί» την εικόνα 3D στη μέγιστη ανάλυση 1080p του υλικού. Εντάξει, αυτό το «μυριστήκαμε» και στην πρόσφατη IFA ,όπου τα οκτώ από τα δέκα setup είχαν στηθεί με ενεργά γυαλιά (με ασύρματη επικοινωνία μεταξύ τηλεόρασης και γυαλιών) και ελάχιστα με παθητικά γυαλιά (χωρίς αισθητήρα επικοινωνίας).
Ωστόσο, στην ερώτηση περί διαθεσιμότητας προϊόντων 3D (τηλεοράσεις, προβολείς, πηγές) η απάντηση υπήρξε ένα ξερό 2010... προφανώς γιατί τα πράγματα είναι ακόμα πολύ ρευστά, ως προς την προδιαγραφή (και του BD Forum και του HDMI) που θα πρέπει να ενσωματώσουν οι αυριανές συσκευές 3D.
Μάλιστα σε ξεχωριστή ερώτηση περί του 3D roadmap, η απάντηση ήταν απλά Confidential regarding 3D roadmap!! (Τα δύο θαυμαστικά του Tim Page και όχι δικά μας.) Ωστόσο, οι πληροφορίες που μας δόθηκαν στην IFA περί της προδιαγραφής 3D του Blu-ray επιβεβαιώθηκαν και λογικά αναμένεται έως το τέλος του έτους να υπάρξει στανταρισμένη προδιαγραφή Blu-ray 3D και μέσα στο 2010 να πάρουμε στα χέρια μας δισκάκια Blu-ray με τρισδιάστατο υλικό. Έως εδώ όλα ωραία και καλά, καθώς σε μερικούς μήνες θα μπορούμε να απολαμβάνουμε στην άνεση του καθιστικού μας τρισδιάστατες ταινίες υψηλής ευκρίνειας.
Ωστόσο, στην ερώτηση περί των συνδέσεων μεταξύ των συσκευών 3D πήραμε την αφοπλιστική απάντηση: All linked HDMI 1.4. Στην ερώτηση αν πρέπει να αγοράσουμε ένα πλήρες σύστημα 3D από το μηδέν (κάτι που ελπίζαμε και παρακαλάγαμε να γλιτώσουμε) επίσης πήραμε τη «φρικιαστική» απάντηση: Yes...
Πάει περίπατο, λοιπόν, η συμβατότητα που ελπίζαμε να έχουμε στα υπάρχοντα συστήματά μας, έστω και σε στερεοσκοπική ανάλυση χαμηλότερη του 1080p, και μάλιστα δεν χρειάζεται μόνο να αγοράσουμε νέο Home Cinema αλλά και να ξηλώσουμε τα υπάρχοντα HDMI 1.3.
Πάντως σε πρόσφατη δήλωσή του, ο Μαρκ Ζοράντι, πρόεδρος της Disney, ανέφερε ξεκάθαρα ότι θα περάσουν δύο με πέντε χρόνια έως τη στιγμή που θα δούμε να κυκλοφορούν συσκευές 3D στην αγορά του Home Cinema. Αν ο Ζοράντι αναφέρεται στο αρχικό λανσάρισμα των συσκευών ή στην τελική τους εμπορική αποδοχή, ο χρόνος θα το δείξει. Πάντως αυτή η δήλωση αντικρούει τη δήλωση της Disney περί τίτλων 3D Blu-ray εντός του 2010. Ίδωμεν.
Έχουμε και λέμε λοιπόν: Η Sony (ενδεχομένως και όλες οι εταιρείες του χώρου) θα υιοθετήσει το σύστημα με ενεργά πολωτικά γυαλιά (active shutter glasses), καθώς αυτό επιτρέπει τον καλύτερο συγχρονισμό πηγής –προβολικού– ματιών, και ως εκ τούτου «διατηρεί» την εικόνα 3D στη μέγιστη ανάλυση 1080p του υλικού. Εντάξει, αυτό το «μυριστήκαμε» και στην πρόσφατη IFA ,όπου τα οκτώ από τα δέκα setup είχαν στηθεί με ενεργά γυαλιά (με ασύρματη επικοινωνία μεταξύ τηλεόρασης και γυαλιών) και ελάχιστα με παθητικά γυαλιά (χωρίς αισθητήρα επικοινωνίας).
Ωστόσο, στην ερώτηση περί διαθεσιμότητας προϊόντων 3D (τηλεοράσεις, προβολείς, πηγές) η απάντηση υπήρξε ένα ξερό 2010... προφανώς γιατί τα πράγματα είναι ακόμα πολύ ρευστά, ως προς την προδιαγραφή (και του BD Forum και του HDMI) που θα πρέπει να ενσωματώσουν οι αυριανές συσκευές 3D.
Μάλιστα σε ξεχωριστή ερώτηση περί του 3D roadmap, η απάντηση ήταν απλά Confidential regarding 3D roadmap!! (Τα δύο θαυμαστικά του Tim Page και όχι δικά μας.) Ωστόσο, οι πληροφορίες που μας δόθηκαν στην IFA περί της προδιαγραφής 3D του Blu-ray επιβεβαιώθηκαν και λογικά αναμένεται έως το τέλος του έτους να υπάρξει στανταρισμένη προδιαγραφή Blu-ray 3D και μέσα στο 2010 να πάρουμε στα χέρια μας δισκάκια Blu-ray με τρισδιάστατο υλικό. Έως εδώ όλα ωραία και καλά, καθώς σε μερικούς μήνες θα μπορούμε να απολαμβάνουμε στην άνεση του καθιστικού μας τρισδιάστατες ταινίες υψηλής ευκρίνειας.
Ωστόσο, στην ερώτηση περί των συνδέσεων μεταξύ των συσκευών 3D πήραμε την αφοπλιστική απάντηση: All linked HDMI 1.4. Στην ερώτηση αν πρέπει να αγοράσουμε ένα πλήρες σύστημα 3D από το μηδέν (κάτι που ελπίζαμε και παρακαλάγαμε να γλιτώσουμε) επίσης πήραμε τη «φρικιαστική» απάντηση: Yes...
Πάει περίπατο, λοιπόν, η συμβατότητα που ελπίζαμε να έχουμε στα υπάρχοντα συστήματά μας, έστω και σε στερεοσκοπική ανάλυση χαμηλότερη του 1080p, και μάλιστα δεν χρειάζεται μόνο να αγοράσουμε νέο Home Cinema αλλά και να ξηλώσουμε τα υπάρχοντα HDMI 1.3.
Πάντως σε πρόσφατη δήλωσή του, ο Μαρκ Ζοράντι, πρόεδρος της Disney, ανέφερε ξεκάθαρα ότι θα περάσουν δύο με πέντε χρόνια έως τη στιγμή που θα δούμε να κυκλοφορούν συσκευές 3D στην αγορά του Home Cinema. Αν ο Ζοράντι αναφέρεται στο αρχικό λανσάρισμα των συσκευών ή στην τελική τους εμπορική αποδοχή, ο χρόνος θα το δείξει. Πάντως αυτή η δήλωση αντικρούει τη δήλωση της Disney περί τίτλων 3D Blu-ray εντός του 2010. Ίδωμεν.
Δοκιμάζοντας τα νερά
Ταινίες standard def και Hi-Def, ταινίες σε δίσκους DVD, σε δίσκους Blu-ray, σε σκληρούς δίσκους, από το τοπικό δίκτυο, από το Internet, από το iTunes, από το Netflix, από το Playstation Store (σύντομα), ταινίες πειρατικά κατεβασμένες από το rapidshare και από torrent. Ουφ, τα κάλυψα όλα; Μάλλον όχι. Όχι, γιατί η πρόσφατη συμφωνία της Paramount με την Kingston έχει ως αποτέλεσμα την εμπορική διάθεση ταινιών και σε μνήμες USB. Εκεί όμως που περιμέναμε το σωστό προϊόν, ήτοι μια μνήμη 64GB που να χωρά την πλήρη ταινία όπως αυτή είναι αποθηκευμένη στο Blu-ray (άντε 32GB με κομμένα τα έξτρα για να χωράει), αυτό που θα πάρουμε είναι μια μνημούλα 4GB που βέβαια έχει χώρο για την έκδοση της ταινίας σε στάνταρτ ανάλυση. Και μάλιστα όχι απλά στάνταρτ ανάλυση, αλλά και –λογικά– χαμηλότερη από αυτή του DVD, καθώς τα 4GB είναι χωρητικότητα ακόμα χαμηλότερη από αυτήν ενός διπλής στρώσης DVD. Η αρχή θα γίνει με την ταινία «Transformers 2: Revenge of the Fallen», και εμείς ας πούμε ότι δεχόμαστε καλόπιστα τη συνεργασία Paramount-Kingston αναμένοντας η τιμή να είναι αντίστοιχη του προϊόντος. Ωστόσο, η τιμή του πρώτου Kingston 4GB Data Traveler USB με αποθηκευμένη την ταινία θα είναι (κρατηθείτε) 30 δολάρια, τη στιγμή που η διπλή σπέσιαλ έκδοση της ταινίας σε DVD κάνει 20 δολάρια και μια μνημούλα 4GB όχι παραπάνω από 10 δολάρια. Στο άθροισμα καλά τα κατάφεραν, λοιπόν, οι δύο εταιρείες, καθώς 20 συν 10 μας κάνει 30, ωστόσο το προϊόν που προσφέρουν δεν είναι εμπορικά ελκυστικό για τον καταναλωτή, τη στιγμή μάλιστα που στο Internet μπορεί κάποιος να βρει και να κατεβάσει τζάμπα την DVD εκδοχή της ταινίας, αλλά και την Blu-ray εκδοχή της ταινίας και σε .mkv και πλήρως ασυμπίεστη (δηλαδή ολόκληρο το Blu-ray). Ας ελπίσουμε ότι η Kingston και η Paramount «δοκιμάζουν τα νερά» και εάν πιάσει το εγχείρημα θα αποφασίσουν να μας δώσουν το σωστό προϊόν, ήτοι μεγάλης χωρητικότητας μνήμες με την ταινία αποθηκευμένη σε φορμά υψηλής ευκρίνειας.
Το PS3 αποκτά Netflix streaming
Μετά το X-Box 360, αρκετά Blu-ray Player από την LG και τη Samsung, αλλά και την ίδια τη Sony, ήρθε και η σειρά του Playstation 3 να αποκτήσει πρόσβαση στην υπηρεσία movie streaming του Netflix. Ωστόσο, το PS3 θα χρειάζεται ένα δίσκο που οι ενδιαφερόμενοι συνδρομητές θα παραλάβουν από το Netflix, ώστε να μπορεί η γνωστή κονσόλα να συνδεθεί με τους server του Netflix. Ουσιαστικά, η επικοινωνία μεταξύ του PS3 και του Netflix θα πραγματοποιείται μέσω της δυνατότητας BD Live της συσκευής, οπότε εμείς εδώ και τώρα βγαίνουμε αληθινοί στις προβλέψεις μας περί της χρήσης του BD Live για αναπαραγωγή ταινιών σε πραγματικό χρόνο. Οι φήμες περί της επιλογής της πλατφόρμας BD Live και όχι της άμεσης επικοινωνίας του browser του PS3 με το Netflix, λόγω κάποιας αποκλειστικής συμφωνίας μεταξύ του Netflix και της Microsoft, δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ωστόσο, το σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης είναι το ότι η πρόσβαση δεν απαιτεί τη συνδρομή των 50 δολαρίων ετησίως που απαιτεί η σύνδεση του X-Box 360 με το Netflix. Έτσι, οι εννέα εκατομμύρια χρήστες Playstation 3 αποκτούν μονομιάς πλήρη πρόσβαση στους 17.000 τίτλους που διαθέτει το Netflix, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη εγκατεστημένη βάση δεδομένων βασιζόμενη στην υπηρεσία BD Live. Όλα αυτά βέβαια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ενώ εμείς της ευρωπαϊκής πλευράς ελπίζουμε οι εξελίξεις στην Αμερική να επιφέρουν τις αντίστοιχες εξελίξεις και εδώ, όπως λόγου χάρη η αναμενόμενη αγορά ή ενοικίαση ταινιών από το Playstation Network.
15 Οκτ 2009
ΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ΜΕ ΤΑ 3D;
Στην αρχή ήμουν πολύ δύσπιστος. Παρ’ όλο που είχα δει διάφορες επιδείξεις, δεν πίστευα ότι το 3D θα ήταν τώρα κοντά έτοιμο για να φτάσει στα σπίτια μας. Και αυτό δεν αφορά μόνο στα μηχανήματα – αφορά κυρίως στα προγράμματα. Κάτι όμως οι τεχνολογικές εξελίξεις, κάτι η πίεση που νιώθουν οι κατασκευαστές από τις πεσμένες πωλήσεις, κάτι η πίεση που νιώθει το Χόλιγουντ από τις πιο άδειες αίθουσες, ξαφνικά όλοι έχουν αρχίσει να μιλάνε για τα 3D λες και θα τα έχουμε αύριο στα σπίτια μας. Σιγά, ρε παιδιά, εδώ ακόμη δεν έχουμε ξεφορτωθεί το παλιό καλό Standard Definition – PAL/NTSC, που ήδη ξεπέρασε την ηλικία συνταξιοδότησης. Στο εξωτερικό βέβαια οι εκπομπές HD είναι πολλές, ενώ στην Αμερική εδώ και κάτι μήνες έχουν σταματήσει εντελώς οι εκπομπές SD. Από αυτό όμως μέχρι το να μιλάμε για το 3D η απόσταση είναι τεράστια. Εκτός… Εκτός και η κουβέντα για το 3D βαστήξει όσο η κουβέντα για το HDTV – δηλαδή 30 χρόνια!
Τα γεγονότα πάντως σήμερα είναι τα εξής: Πρώτον, το 3D, με διάφορες μεθόδους, είναι τεχνολογικά εφικτό σε πολύ καλή ποιότητα, τόσο για την κινηματογραφική αίθουσα όσο και για το σπίτι μας. Και, όταν λέμε τεχνολογικά εφικτό, δεν εννοούμε μόνο την ποιότητα, εννοούμε και το κόστος. Δεύτερον, τόσο οι κατασκευαστές μηχανών όσο και οι παραγωγοί προγραμμάτων το θέλουν σαν τρελοί. Η τελευταία τρισδιάστατη παραγωγή του James Cameron, το «Avatar», είναι ένα ορόσημο που δείχνει τι μπορεί να παραχθεί σήμερα, αν υπάρχει η βούληση. Τρίτον, όλα αυτά απέχουν τόσο πολύ από τη βιομηχανική παραγωγή εκατομμυρίων κομματιών όσο αποδείχθηκε ότι απείχε η HDTV το 1992, όταν στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης υποτίθεται ότι θα είχαμε την επίσημη έναρξη του συστήματος στην Ευρώπη.
Υπάρχει βέβαια και ένα τέταρτο ενδεχόμενο που οποιοσδήποτε σοφός άνθρωπος πρέπει να βάλει στο μυαλό του: Μπορεί τελικά το 3D να μην «περπατήσει», να μη γίνει αποδεκτό από τον κόσμο, τουλάχιστον στην τρέχουσα μορφή του. Τα πολλά αποτυχημένα τεχνολογικά συστήματα του παρελθόντος, όπως οι βιντεοδίσκοι βινυλίου ή η αναλογική τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας, μας οδηγούν σε αυτή την πιθανότητα. Μπορεί δηλαδή οι τρέχουσες τεχνολογίες να μην προκαλέσουν την αίσθηση που αναμένεται στο κοινό και να μην υιοθετηθούν, μέχρι να έλθει μια άλλη τεχνολογία που να κάνει τη διαφορά. Όπως το Laserdisc σερνόταν μέχρι να έλθει το DVD. Και σε ό,τι αφορά τα 3D, η τελική λύση είναι γνωστή: πρόκειται για την ολογραφική προβολή με Laser, χωρίς γυαλιά και χωρίς οθόνες. Αυτό όμως είναι ακόμη πολύ μακριά, γι’ αυτό και οι σημερινές τεχνολογίες έχουν μια σημαντική ευκαιρία να μας κερδίσουν.
Από τι θα εξαρτηθεί η επιτυχία; Από τρία πράγματα: Περιεχόμενο, περιεχόμενο και περιεχόμενο. Όσο καλά και αν είναι τα μηχανάκια, όσο φτηνά και να τα κάνουν οι γίγαντες της τεχνολογίας, αν το μόνο που θα μπορούμε να δούμε πέντε δέκα ή εκατό ταινίες, όπως ήταν στα LaserDisc, τότε ο κόσμος θα γυρίσει το κεφάλι αλλού. Εντάξει, υπάρχουν και οι επερχόμενες βιντεοκάμερες 3D που υποτίθεται ότι θα γράφουν τις δικές μας ζωές σε 3D, άρα θα έχουμε και δικό μας περιεχόμενο – αλλά ποιος θα πάρει σύστημα 3D για να βλέπει κυρίως τις δικές του ταινίες;
Με λίγα λόγια, αγαπητοί αναγνώστες, ενημερωνόμαστε για το 3D, βλέπουμε όλα τα demo που μπορούμε (μερικά θα δίνονται και μέσω Internet σε όλους), αλλά από κει και πέρα περιμένουμε να δούμε ποιος θα κάνει το βήμα και θα φτιάξει πολλά προγράμματα. Όσο για τη λύση με τις δικές μας λήψεις σε βιντεοκάμερες 3D, γιατί όχι – το ομολογώ ότι με γαργαλάει η ιδέα να τραβάω 3D και να τα παίζω στην οικογένεια. Αυτό όμως θα το κάνω σε μια μικρή εγκατάσταση και θα αφήσω το μεγάλο σύστημά μου όπως είναι…
Τα γεγονότα πάντως σήμερα είναι τα εξής: Πρώτον, το 3D, με διάφορες μεθόδους, είναι τεχνολογικά εφικτό σε πολύ καλή ποιότητα, τόσο για την κινηματογραφική αίθουσα όσο και για το σπίτι μας. Και, όταν λέμε τεχνολογικά εφικτό, δεν εννοούμε μόνο την ποιότητα, εννοούμε και το κόστος. Δεύτερον, τόσο οι κατασκευαστές μηχανών όσο και οι παραγωγοί προγραμμάτων το θέλουν σαν τρελοί. Η τελευταία τρισδιάστατη παραγωγή του James Cameron, το «Avatar», είναι ένα ορόσημο που δείχνει τι μπορεί να παραχθεί σήμερα, αν υπάρχει η βούληση. Τρίτον, όλα αυτά απέχουν τόσο πολύ από τη βιομηχανική παραγωγή εκατομμυρίων κομματιών όσο αποδείχθηκε ότι απείχε η HDTV το 1992, όταν στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης υποτίθεται ότι θα είχαμε την επίσημη έναρξη του συστήματος στην Ευρώπη.
Υπάρχει βέβαια και ένα τέταρτο ενδεχόμενο που οποιοσδήποτε σοφός άνθρωπος πρέπει να βάλει στο μυαλό του: Μπορεί τελικά το 3D να μην «περπατήσει», να μη γίνει αποδεκτό από τον κόσμο, τουλάχιστον στην τρέχουσα μορφή του. Τα πολλά αποτυχημένα τεχνολογικά συστήματα του παρελθόντος, όπως οι βιντεοδίσκοι βινυλίου ή η αναλογική τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας, μας οδηγούν σε αυτή την πιθανότητα. Μπορεί δηλαδή οι τρέχουσες τεχνολογίες να μην προκαλέσουν την αίσθηση που αναμένεται στο κοινό και να μην υιοθετηθούν, μέχρι να έλθει μια άλλη τεχνολογία που να κάνει τη διαφορά. Όπως το Laserdisc σερνόταν μέχρι να έλθει το DVD. Και σε ό,τι αφορά τα 3D, η τελική λύση είναι γνωστή: πρόκειται για την ολογραφική προβολή με Laser, χωρίς γυαλιά και χωρίς οθόνες. Αυτό όμως είναι ακόμη πολύ μακριά, γι’ αυτό και οι σημερινές τεχνολογίες έχουν μια σημαντική ευκαιρία να μας κερδίσουν.
Από τι θα εξαρτηθεί η επιτυχία; Από τρία πράγματα: Περιεχόμενο, περιεχόμενο και περιεχόμενο. Όσο καλά και αν είναι τα μηχανάκια, όσο φτηνά και να τα κάνουν οι γίγαντες της τεχνολογίας, αν το μόνο που θα μπορούμε να δούμε πέντε δέκα ή εκατό ταινίες, όπως ήταν στα LaserDisc, τότε ο κόσμος θα γυρίσει το κεφάλι αλλού. Εντάξει, υπάρχουν και οι επερχόμενες βιντεοκάμερες 3D που υποτίθεται ότι θα γράφουν τις δικές μας ζωές σε 3D, άρα θα έχουμε και δικό μας περιεχόμενο – αλλά ποιος θα πάρει σύστημα 3D για να βλέπει κυρίως τις δικές του ταινίες;
Με λίγα λόγια, αγαπητοί αναγνώστες, ενημερωνόμαστε για το 3D, βλέπουμε όλα τα demo που μπορούμε (μερικά θα δίνονται και μέσω Internet σε όλους), αλλά από κει και πέρα περιμένουμε να δούμε ποιος θα κάνει το βήμα και θα φτιάξει πολλά προγράμματα. Όσο για τη λύση με τις δικές μας λήψεις σε βιντεοκάμερες 3D, γιατί όχι – το ομολογώ ότι με γαργαλάει η ιδέα να τραβάω 3D και να τα παίζω στην οικογένεια. Αυτό όμως θα το κάνω σε μια μικρή εγκατάσταση και θα αφήσω το μεγάλο σύστημά μου όπως είναι…
Ο μάγος των remote control
Το ότι ζηλεύω τρελλά το Harry Potter και τους φίλους του που με μια απλή (αλλά αποφασιστική) κίνηση του μαγικού τους ραβδιού και την προφορά μιας (συνήθως απλής) λατινικής λέξης επιτυγχάνουν τα πάντα, το έχω δηλώσει επανειλημμένα. Ειδικά χθες το βράδυ που κατέβασα από το rapidshare το DVD Rip της τελευταίας ταινίας της σειράς (Harry Potter and the Half Blood Prince), για ακόμα μια φορά αναστέναξα που ο κόσμος αυτός είναι παραμυθένιος και όχι πραγματικός. Ωστόσο, η εταιρεία The Wand Company ανέλαβε να δώσει και σε εμάς τους Harry Potterόπληκτους μια γεύση από τη μαγεία που βιώνουν οι μαθητές του Hogwarts School of Magic, κατασκευάζοντας ένα προγραμματιζόμενο τηλεχειριστήριο ακριβώς όμοιο με το ραβδί των μάγων.
Εξάλλου το Wand (όπως απλά ονομάζεται το ασυνήθιστο χειριστήριο της εταιρείας) δεν διαθέτει κουμπιά (αλλιώς τι μαγικό ραβδάκι θα ήταν), αλλά μπορεί να «μάθει» 12 διαφορετικούς υπέρυθρους κώδικες (από τα χειριστήρια του συστήματός μας), οι οποίοι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες κινήσεις του χρήστη.
Η δυσκολία στην προκειμένη περίπτωση της χρήσης του Wand Remote (εκτός από το γεγονός ότι τα παιδιά της οικογένειας θα θέλουν να το αρπάξουν για να παίξουν τους μάγους, φωνάζοντας με ευχαρίστηση «Cruciatus»), είναι η απομνημόνευση από το χρήστη του συγκεκριμένου gesture που αντιστοιχεί στην κάθε προγραμματισμένη λειτουργία.
Θεωρώ, όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο μετά την κατάλληλη εξάσκηση, ενώ, ούτως ή άλλως, ο κάθε «μάγος» του Home Cinema θα προγραμματίσει το μαγικό ραβδί του με κινήσεις που έχουν λογική. Λόγου χάρη, η αύξηση της στάθμης του ήχου θα είναι μια δεξιόστροφη κίνηση και η μείωση μια αριστερόστροφη, η αλλαγή track μια οριζόντια, κοφτή δεξιά ή αριστερά κ.ο.κ. Μάλιστα, για να διευκολυνθεί η διαδικασία εκμάθησης και προγραμματισμού των διαφορετικών κινήσεων που αντιστοιχούν στην κάθε λειτουργία, το μαγικό ραβδί εκπέμπει ένα διαφορετικό χρωματικό κώδικα (από το ενσωματωμένο χρωματιστό LED) και μια δόνηση κάθε φορά που ο χρήστης επιτυγχάνει να επαναλάβει σωστά μια συγκεκριμένη κίνηση. To μήκους 14 ιντσών Wand remote control είναι ήδη διαθέσιμο από την ιστοσελίδα της εταιρείας (http://thewandcompany.com/) στην τιμή των 50 λιρών Αγγλίας ή 83 δολαρίων, και εγώ δηλώνω ευθαρσώς εδώ και τώρα ότι σε λίγες ημέρες θα ελέγχω τις συσκευές του συστήματός μου με το μαγικό ραβδάκι του Harry Potter.
Εξάλλου το Wand (όπως απλά ονομάζεται το ασυνήθιστο χειριστήριο της εταιρείας) δεν διαθέτει κουμπιά (αλλιώς τι μαγικό ραβδάκι θα ήταν), αλλά μπορεί να «μάθει» 12 διαφορετικούς υπέρυθρους κώδικες (από τα χειριστήρια του συστήματός μας), οι οποίοι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες κινήσεις του χρήστη.
Η δυσκολία στην προκειμένη περίπτωση της χρήσης του Wand Remote (εκτός από το γεγονός ότι τα παιδιά της οικογένειας θα θέλουν να το αρπάξουν για να παίξουν τους μάγους, φωνάζοντας με ευχαρίστηση «Cruciatus»), είναι η απομνημόνευση από το χρήστη του συγκεκριμένου gesture που αντιστοιχεί στην κάθε προγραμματισμένη λειτουργία.
Θεωρώ, όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο μετά την κατάλληλη εξάσκηση, ενώ, ούτως ή άλλως, ο κάθε «μάγος» του Home Cinema θα προγραμματίσει το μαγικό ραβδί του με κινήσεις που έχουν λογική. Λόγου χάρη, η αύξηση της στάθμης του ήχου θα είναι μια δεξιόστροφη κίνηση και η μείωση μια αριστερόστροφη, η αλλαγή track μια οριζόντια, κοφτή δεξιά ή αριστερά κ.ο.κ. Μάλιστα, για να διευκολυνθεί η διαδικασία εκμάθησης και προγραμματισμού των διαφορετικών κινήσεων που αντιστοιχούν στην κάθε λειτουργία, το μαγικό ραβδί εκπέμπει ένα διαφορετικό χρωματικό κώδικα (από το ενσωματωμένο χρωματιστό LED) και μια δόνηση κάθε φορά που ο χρήστης επιτυγχάνει να επαναλάβει σωστά μια συγκεκριμένη κίνηση. To μήκους 14 ιντσών Wand remote control είναι ήδη διαθέσιμο από την ιστοσελίδα της εταιρείας (http://thewandcompany.com/) στην τιμή των 50 λιρών Αγγλίας ή 83 δολαρίων, και εγώ δηλώνω ευθαρσώς εδώ και τώρα ότι σε λίγες ημέρες θα ελέγχω τις συσκευές του συστήματός μου με το μαγικό ραβδάκι του Harry Potter.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)